ἀνθέρικος

ἀνθέρικος
ἀνθέριξ
masc gen sg
ἀνθέρικος
flowering stem of asphodel
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • ανθέρικος — ἀνθέρικος, ο (Α) [αθήρ] 1. ο μίσχος, το κοτσάνι διαφόρων φυτών και ειδικά του ασφόδελου 2. το άνθος, ο καρπός ή το καλάμι του ασφόδελου 3. το φυτό ασφόδελος …   Dictionary of Greek

  • ἀνθερίκοιο — ἀνθέρικος flowering stem of asphodel masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθερίκοισι — ἀνθέρικος flowering stem of asphodel masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθερίκοισιν — ἀνθέρικος flowering stem of asphodel masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθερίκου — ἀνθέρικος flowering stem of asphodel masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθερίκους — ἀνθέρικος flowering stem of asphodel masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθερίκῳ — ἀνθέρικος flowering stem of asphodel masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀνθέρικον — ἀνθέρικος flowering stem of asphodel masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Венечник — лилиаго ( …   Википедия

  • ανθέριξ — ἀνθέριξ, ο (Α) [αθήρ] η άκρη του σταχιού των δημητριακών, ο αθέρας 2. το ίδιο το στάχι 3. ο ανθέρικος …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”